Ψαρεύοντας Πάει ένας τύπος για ψάρεμα αλλά στο σημείο που κάθεται συνήθως βλέπει έναν κύριο με το καλάμι του. Κάθεται δίπλα του, πιάνουν την κουβέντα και ψαρεύουν μαζί. Βγάζει ο πρώτος ένα ψάρι το ρίχνει στον κουβά του και συνεχίζει. Βγάζει ο άλλος ένα ψάρι το απαγκιστρώνει και το ρίχνει πίσω στη θάλασσα. Βγάζει το επόμενο και το ξαναρίχνει στη θάλασσα. Ο άλλος παρατήρησε ότι, όσες φορές έβγαζε ψάρι αυτός ο κύριος, το ξαναπετούσε στο νερό, οπότε τον ρώτησε: «Τα ψάρια γιατί τα πετάς, δε σου αρέσουν;» «Δε μου αρέσουν και ούτε η γυναίκα μου τα τρώει.» «Ε, τότε γιατί τα ψαρεύεις;» «Γιατί μ’αρέσει η διαδικασία!» «Ωραία αφού τα πετάς δεν τα δίνεις τουλάχιστον σε μένα που έχω επτά παιδιά.» «Έλα ρε φίλε επτά παιδιά ε; Πρέπει να σου αρέσουν πολύ τα παιδιά…» «Δε θα το έλεγα! Ποτέ δεν ήθελα να κάνω παιδιά.» «Τότε γιατί έκανες τόσα;» «Γιατί μ’αρέσει η διαδικασία!»